ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ
Σελίδα 1η
___Οάννες βγήκε στη στεριά | με μυρουδιά ψαρίλα
καράβια γέμισαν παντού | κατάρτια τους μαυρίλα,
οι παραλίες ξαμμούδιασαν | το χώμα πάει στα σπίτια
κι` ο κόσμος μας παραμιλάει | κοκόρια με σιρίτια.
___Άνθρωπος ψάρι στο νερό | ολόλαμπρος στολίδια
μετά στη γη περπάτησε | φαρμακωμένα φίδια,
της θάλασσας τα σίδερα | κακά θεριά ξεβράζουν
αλμύρα τώρα σκόρπισε | τα μάτια τα ταράζουν.
___Ανάσα Αβύσσου καυτερή | απ` τα νερά τα κάτω
ανέβηκαν απανωτές | βρωμιές από τον πάτο,
καμώματα πολύ τρελά | ξεθάψαν ταξιδιώτες
τα χρώματα μαυρίσανε | σαν τόξευσαν στρατιώτες.
___Τα λέπια μπήκαν για καλά | στης ζωής το μέγα δράμα
και είδωλα λατρέψανε | σφραγίδες σε ένα γράμμα,
τότες οι πάντες χάζεψαν | μελάνια στα ματάκια
κι οι κότες μπρος στα πίτουρα | μαγνήτες σε χαρτάκια.
Σελίδα 2
___Εδόθη θρόνος Βαβυλών | βασίλεια να αραδιάσει
στα πλούτη και στα χρήματα | δολώματα να πιάσει,
μπροστά στον Βάαλ γονάτισαν | την ύλη να υμνήσουν
καιρός τους ήρθε ξαπλωτά | τον Βήλ να προσκυνήσουν.
___Μεγάλωσαν πολλά βουνά| οροσειρές φονιάδων
χιονόσκεπες βουνοκορφές | παλάτια βασιλιάδων,
χρυσοντημένοι οι άρχοντες | και πρίγκιπες μ’ασήμι
τα χάλκινα τα ομοιώματα | που ξεπερνούν σε φήμη.
___Τα ξύλινα σκευάσματα | τα χέρια δέν κουράζουν
περίχρυσα και επάργυρα | παλιά, τα χρόνια αλλάζουν,
τα χάλκινα στο πέρασμα | καιρό καινούργιο φέρνουν
στο Νου οι σκέψεις τριγυρνούν | ανάποδα τα παίρνουν.
___Τα γίδια παίζουν χαρωπά | κι ο τράγος τα κοιτάζει
εκείνα τρέχουν στο γκρεμό | αυτός αυτά προστάζει,
οι μέρμηγκες εργάζονται | τους βράχους να γεμίζουν
κενό κανένα πουθενά | πυκνά βαρίδια κτίζουν.
Σελίδα 3
___Σε λάθος δρόμο βρέθηκαν | τα κάτω πάνω σμίγουν
ασήκωτα πυκνώματα | φτερούγες τα ξανοίγουν,
το Λάμβδα ( Λ ) ρίξανε βαθιά | κι υψώσανε το Βήτα ( Β)
η πέτρα απόκτησε φτερά | το πνεύμα ψάξε ζήτα.
___Οι πονηροί πλουτήσανε | και κρύψανε το μέλι
τρανές φωτιές ανάψανε | ληστές τρυγούν τ`αμπέλι,
θεριέψανε τα βλέμματα | διαρρήκτες και οι κλέφτες
ο πόλεμος ξαπλώθηκε | ειδωλολάτρες ψεύτες.
___Τις εξουσίες αρπάξανε | τον πλούτο και το χρήμα
αγρούς και εδάφη οργώνουνε | φυτεύματα στο μνήμα,
σαν πράττουν αδικήματα | φουσκώνουν τα καλάθια
του ξύλου πρωτομάστορες | σκληρά κλαδιά μ`αγκάθια.
___Στοιβάζουν τα μαζώματα | που θλίψεις κουβαλάνε
μικρά μεγάλα πράγματα | στα Μέγαρα τα πάνε,
γιατί θαρθεί το σκούριασμα | των μηχανών κατάρα
χωμάτινα γεννήματα | σκουπίδια σε τελάρα.
Σελίδα 4
Γρανάζια κι αν λαδώνονται | οι μηχανές κολλάνε
και ρούχα χιλιοφόρετα | οι πυρκαγιές μασάνε,
γουρούνια στα λασπόνερα | τ`απόβλητα πατάνε
ποσά μεγάλα χάνονται | νομίσματα πετάνε.
Οι Μούσες τρελαθήκανε | κι οι αργαλειοί βροντάνε
φαντάσματα πολιτισμού | επάνω περπατάνε,
έθνη φυλές φιλονικούν | στα σύνορα οργιάζουν
ατέλειωτα τα πρόσφορα | λιβάνια δέν τα αγιάζουν.
Άφωνοι θεοί ερωτικοί | νεκρά κορμιά λιωμένα
της τέχνης δημιουργήματα | ψωμιά καρβουνιασμένα,
ο κόσμος πνοή τους έδωσε | χωρίς ψυχή τη ζώσα
κοιτούν αυτούς θεόρατους | κι ακούν της γης τη γλώσσα.
Χορεύουν τα λυκόπουλα | στις μάχες νικηφόρα
ποτάμια μ`αίμα βάφουνε | του Χάρου ήρθε η ώρα,
ελεύθερα το θάνατο | σκορπίζουν νύχτα μέρα
θεριά χλωμά πρωτοφανή | τρομάζουν τον αγέρα.
Σελίδα 5
Τη φύση παρατήσαμε | στις αγορές να πάμε
στους δρόμους τις τζαμόπορτες | βιτρίνες πώς κοιτάμε,
εμπόριο τέφρας κόκκινης | τα μαγαζιά πουλάνε
πληθώρα διάσημων υλών | φωτάκια που χαλάνε.
Επτά περάσαν βασιλείς | κι οι επτά γονατισμένα
ονόματα πολύ γνωστά | σε βίβλους διαβασμένα,
παλιοί και νέοι κατάφορτοι | με ρούχα σκονισμένα
επτά στους ώμους τους βουνά | φωνάζουν πυρωμένα.
Πανέμορφα τα οράματα | σ`επτά καιρούς αγάντα
στη γη φαρμάκι χύσανε | διαλύσανε τα πάντα,
κανένα απ`τα ολόλευκα | και ναί τα ιερά και τίμια
πετρώματα τα λαμπερά | χωμένα στην ασχήμια.
Σκοτάδια χειροπιαστά | το πυρ διαβόλου ανάβουν
τα δάση κατακάψανε | δαιμόνια νά ξεθάβουν,
την άγια φλόγα σβήσανε | απ`το ντουνιάν εχάθη
και σε άλλα κάρβουνα ζητούν | φυλλώματα με αγκάθι.
Σελίδα 6
Τους έξη ο τάφος σκέπασε | μαζί με τα ραβδιά τους
των εποχών μπαζώματα | μαρτύρια στα παιδιά τους,
του εβδόμου η λάμψη σβήνεται | στερνές στιγμές του μένουν
ο θάνατος του βάρβαρος | κι οι αμαρτωλοί πεθαίνουν.
Οικία του Θεού κατέκτησαν | στον ουρανό βαδίζουν
στο πλήθος των εμπόρων τους | φθαρήκανε όσα χτίζουν,
στης θάλασσας το βάθεμα | μονίμως κατοικούνε
καυτή καρδιά την έχουνε | σ`αυτά που δεν ακούνε.
Αμαρτωλά τα ομοιώματα | με στέφανα πορφύρας
αιματηρό αποσφράγισμα | στενότητα της μοίρας,
της αδικίας ο εμπλουτισμός | του κάλλους σου η θαμπάδα
πυρά τα βέβηλα τα καίει | στην αιώνια τη λαμπάδα.
Διεφθάρη η επιστήμη τους | σε απώλεια πηγαίνει
σπονδήν οδύνης άνομη | ολόνυχτα διαβαίνει,
των βίβλων οι πρεσβύτεροι | της τέχνης μας τα λόγια
πυξίδες στρέψανεν επί | δυσμάς δυσμών υπόγεια.
Σελίδα 7
Σοφοί που δίπλα σου ήσανε | τα κάρβουνα ξανάβουν
περίβολα τεχνούργησαν | νεκρούς κορμούς να θάβουν,
τη βούληση σου ζέσταιναν | πολέμησαν για σένα
στον αιώνα δέν θαρθούν ξανά | παράσιτα δεμένα.
Η δύναμη σας φύλακες | στα πέτρινα τα τείχη
σε πύργους όπλο στήσανε | τη θέρμανση να ψύχει,
τους γύρων όρμους φράξανε | φαρέτρες παλληκάρια
το κάλλος σου τελειώσανε | κοπτήρες και λιθάρια.
Ελλήνων σκεύη σου έδωσαν | αναψυχής ποτήρια
χαλκά τα χρόνια γίνανε | με τούτα τα μαρτύρια,
τα γράμματα σαν διάβασαν | παλιού καιρού τα φώτα
ανέβασαν ακούσματα | τα ψέματα τα πρώτα.
Ελληνικά τα είδωλα | κι από γραφές βγαλμένα
σχολές ψευτιάς τα δίδαξαν | σε χρόνια δοξασμένα,
θαμμένα πίσω μυστικά | χαμένα διαλυμένα
και σκάψανε τα χώματα | να βγάλουν πεθαμένα.
Σελίδα 8
Οι πρώτοι δάσκαλοι τυφλοί | και νά συμπαραστάτες
εκείνοι πήγανε στραβά | κι η σύμπασα προστάτες,
που δείξανε είδωλα πνευστά | ραβδί τους το εμπόριο
επάνω τους ακούμπησαν | να σπάσουνε το μόριο.
Τα χρόνια φύγανε γοργά | κι αλλάξανε τις μέρες
οι δάσκαλοι χαθήκανε | καινούργιοι νάτοι αστέρες,
ο βασιλιάς απέθανε | μακριά σε ξένα μέρη
ο τράγος γέννησε παιδιά | η Ελλάδα δέν τα ξέρει.
Εμείναμε μικροί εδώ | μας κλέψανε το βάρος
φτωχοί και Χριστιανοί σωστοί | πιασμένοι σ`άλλο κάλλος,
ανασκαφές που φώτισαν | παλιά τραγίσια πόδια
ευτυχισμένοι βλέπουμε | κι απέξω από τα ρόδια.
Αρχαίες οι δόξες διέδωσαν | παράδοση του μάγου
πως κάποτε είμαστε και εμείς | τα κέρατα του τράγου,
αυτά που τότε χάλασαν | τα φτιάξανε άλλοι τώρα
ξεφύγαμε τα χάλκινα | γκρεμούς στην ανηφόρα.
Σελίδα 9
Τράγος αιγών ιπτάμενος | απ`τις κορφές ερχόταν
και τα βουνά τα ασπριδερά | τα πρώτα καταγόταν,
παλιά λημέρια τα άφησε | στο βούρκο βυθισμένα
τα χιόνια τώρα λιώσανε | στα βράχια τα καμένα.
Αφού τα πάντα ρήμαξε | τα δάση και τα φρούτα
σε βάθος γής τα γκρέμισε | χρυσά αργυρά ήταν τούτα,
ούτε ένα έμεινε απ`αυτά | σε ανάμνηση χαμένη
σαν όλοι τους κοιμήθηκαν | σφιχτά αγκαλιασμένοι.
Ο τράγος πρώτος ξύπνησε | κι αλλού ευθύς ευρέθη
γυρνά να δεί στα κάρβουνα | μαγάρα τα μεγέθη,
στα πεδινά πλατώματα | τα πρόβατα βοσκούσαν
και κριός μπροστά τους πρόσεχε | μακριά του Βάαλ κοιτούσαν.
Ο κριός σε θρόνο κάθεται | ραβδί πυρός κρατούσε
αστράφτει και βαριά βροντά | φωτιές στα αρνιά πετούσε,
χτυπά θαλάσσια τέρατα | παλιά και νέα αφανίζει
και τίποτα τα πρόβατα | αφήνει να τα αγγίζει.
Σελίδα 10
Αρνάκια άσπρα και παχιά | στα χόρτα ξαπλωμένα
στον ύπνο βλέπουν βότανα | χλωρά πρασινισμένα,
εφιάλτες έχουν φοβερούς | τα τρώγανε οι λύκοι
λευκά ντυμένα όνειρα | μαχαίρια σ` αποθήκη.
Μορφέας πετάει τα δράματα | σε πέτρινα κελάρια
υπόγεια κρύφια ρεύματα | λευτέρωσαν μανάρια,
εκείνα τώρα αμέριμνα | αρχίζουν τα παιχνίδια
ονείρεμα που το έσβησαν | ελιάς πολλά σανίδια.
Και βόσκανε τα πρόβατα | σε ξέφωτες πεδιάδες
μακριά απο τις θάλασσες, | βουνά, βροχές και δάδες,
καιρός μακριός τους έδωσε |υπομονής κουράγιο
Ηλιού παιδιά γυμνάζονται | με βάρκες στο καρνάγιο.
Και νά στα ξαφνικά ο κριός | τρελάθηκε στο μάτι
του κρύψανε τη βέργα του | και τρέχει αυτή φευγάτη,
η οργή του ξέσπασε στ`αρνιά | κατέστρεψε τις μάντρες
ερείπια και βελάσματα | διαλύσανε τις χάντρες.
Σελίδα 11
Πανούργα σχέδια σκέπτεται | τεχνάσματα ολέθρια
φροντίζει δόλιες μηχανές | τα κάνει όλα υπαίθρια,
σε πονηριές το τριγυρνά | πολύ στο αντριλίκι,
τις πόλεις όταν λεηλατεί | οργώνει και χαλίκι.
Το πράσινο χαλάσανε | ξερόχορτα μονάχα
της ρόδας γύρισε η φορά | ξεφώνηζεν η βλάχα,
πως πήρανε το γαλατά | κι ο κάμπος ερημώνει
τσοπάνοι φεύγουν στα βουνά | ο πόλεμος ζυγώνει.
Αντάρα και ξεσηκωμός | τους πεδινούς σπαράζει
τα αρνιά κρυφτήκανε βουβά | η βλάχα πάλι κράζει,
όσοι τη μάντρα πήδηξαν | οι λύκοι θα τους φάνε
και μές στο δάσος δράκοντες | υγρό το πυρ φυλάνε.
Ο πανικός τους έπιασε | κι αφήσανε κρεβάτια
Βαρέθηκαν τα στρώματα | του ύπνου τα ραχάτια,
οι βάρβαροι στριμώξανε | τη γη και τη βαράνε
ξεφύτρωσαν οι κλεφτουριές | γιουρούσια τη χτυπάνε.
Σελίδα 12
Μαχαίρια σφάζουνε κορμιά | και τα κεφάλια τόξα
επιδρομές στρατηγικές | γυρεύουνε τη δόξα,
παλεύουν και συνωμοτούν | σχολειά να τα αφανίσουν
τα κάψανε τα γράμματα | σκοτάδια να βαδίσουν .
Ξημέρωσε για τα καλά | καινούργια μέρα ξένη
σαν πέρασαν πολύ καιρό | στα κτήματα σκυμμένοι,
πεθύμησαν τη ξενιτιά | να πάνε και να δούνε
στα μάτια πέσανε κρασιά | και θέλανε να πιούνε.
Εμέθυσαν τα κέρατα |κι υψώσανε παντιέρα
τα χέρια στο μέλι χώσανε | να τρώνε όλη μέρα,
τα αίματα ανάψανε | στις έριδες προτρέχουν
ζητούν να πάρουνε αυτοί | αυτά που δεν κατέχουν.
Μεγάλη δόξα δώσανε | σε αυτά που με αίμα παίρνουν
για τάχα δεν το βλέπουνε | ολέθρους ότι σπέρνουν,
για ασήμαντα και τα υλικά | πιαστήκανε στα χέρια
ολημερίς σκοτώνονται | με τα όπλα και μαχαίρια.
Σελίδα 13
Οι Μήδοι με την πονηριά | τα πήλινα δουλεύουν
και Πέρσες οι στρατιωτικοί | στο δρόμο τους φονεύουν,
οι βάρβαροι πλακώσανε | γυαλιά καρφιά τα κάνουν
τις πόλεις λαφυραγωγούν | στις χώρες όλες φτάνουν.
Τα χρόνια εκείνα τα παλιά | με τα δικά μας ίδια
τα είδωλα λατρέψανε | παντοτινά βαρίδια,
οι εποχές περάσανε | με αθάνατο το φίδι
τροφές καλές του δίνουνε | οι Πέρσες και οι Μήδοι.
Απέθαντα τα κέρατα | στον κριόν εκεί βραχώδη
τα τέσσερα παλιότερα | στου αγρότη μές στο πόδι,
και το ένα το μακρύτερο | χτυπάει δικά μας μέρη
τα γύρω μας τα ψεύτικα | φουρτούνες έχουν φέρει.
Η Περσεφόνη γέρασε | απ`το πολύ κυνήγι
τα κέρατα δέν μπόρεσε | για πάντα να αποφύγει,
που φτάσανε στα έσχατα | τα πλήθη να κερνάνε
κι αν είναι δυνατόν ο Βάαλ | κι ο Βήλ να κυβερνάνε.
Σελίδα 14
Η Περσεφόνη αγέραστη | τους βλέπει τους φονιάδες
και περιμένει στη γωνιά | κουράδες και λεφτάδες,
βαστάζει μέτρο κερατιών | τα πέτρινα διαβάζει
τα ατσάλινα τα λείψανα | καμίνι τα αποστάζει.
Και μέτρον όχι για παλιούς | τους πρίν κλεφτοκοτάδες
αλλά χλυδάτους στρατηγούς | που θάβουν οι παπάδες,
αφού τα εδώ τα πότισαν | νερά της Βαβυλώνας
χαλκό χρυσάφι το έφερε | χιονιάρικος χειμώνας.
Χρηματιστές και προύχοντες | στα σύννεφα καβάλα
θυσίες προσφέρουν στους βωμούς | διαδήματα μεγάλα,
οι μαθητές ακολουθούν |τη βλάχα τη δασκάλα
μήπως και χάσουν προπαντός | μαθήματα στη γυάλα.
Νυχτώσανε τα έργα μας | τους έφυγε η λαμπράδα
τα θλιβερά χτυπήματα | μαυρίζουν την ασπράδα,
κυνήγησαν τα χρήματα | στο τρέξιμο βογκάνε
πετάξανε τα χρήσιμα | στα είδωλα ξεσπάνε.
Σελίδα 15
Τη λόξα μας γιορτάζουμε | μαζί με κτηνοτρόφο
μεθύσαμε για τα καλά | πεθάναμε στον ψόφο,
και τα σκυλιά στις αγορές | τα ρούχα μας φυλάνε
γεωργοί περάσανε γυμνοί | σε αγκάθια περπατάνε.
Σαν βρέχει τρέλα στα βουνά | στον κάμπο πέφτει τρόμος
κορφές κουνιούνται στα ζερβά | και νά στα βράχια ο δρόμος,
ποζάρουν τα αρχοντόπουλα | που παίζουνε τις μπάλες
στον ξαφνικό το χαλασμό | παγώνουν οι μασχάλες.
Ξαφνιάστηκαν οι δυνατοί | απ`τις αρρώστιες πάνε
τρομάζουν όταν σκέπτονται | οι λάκκοι θα τους φάνε,
πιαστήκανε στη φάκα τους | τα φράγκα τους μετρώντας
μαζί τους δούλοι θάβονται | τα αργύρια τους ζητώντας.
Πουλάνε κι αγοράζουνε | και φτιάχνουνε κανόνια
εργάτες κει στα κάτεργα | δουλεύουνε δαιμόνια,
θανάτου χέρια δίνουνε | την πρόσκαιρη τη χάρη
που γρήγορα τα αλλάζουνε | σε πίκρες φώς φανάρι.
Σελίδα 16
Οι νυχτερίδες πάντοτε | πετάνε στο κορμί τους
λιοντάρια στα κεφάλια ορμούν |να πάρουν το φαί τους,
οι γάτες σαν μυρίζονται | ψοφίμια αγορασμένα
νυχτιάτικα περιπολούν | παράθυρα σβησμένα.
Το πνεύμα δέν κατέχουνε | να κουνηθούνε μόνα
στους ώμους μεταφέρονται | κιβώτια στον στρατώνα,
σε εκθέσεις τα φωτίζουνε | κι ιερείς βραχνά λαλάνε
πως είναι αυτά μοναδικά | στο κάλλος ξεπερνάνε.
Τα χελιδόνια δεν ξεχνούν | ποτέ τα σπιτικά τους
τα μαύρα τα πετούμενα | κρατούν τσαμπιά δικά τους,
λημέρια έχουν άφθονα | αφέντες στα λιμάνια
στα γήινα κόλλησαν γερά | ιδιώτες στα ουράνια.
Και δυνατά σαν εφορμούν | επάνω απ`τα κεφάλια
φαγάνες στόματα ανοιχτά | που τρώνε με κουτάλια,
χελιδονάκια βάρβαρα | της Γής μας οι επιστάτες
κουνούπι δέν αφήνετε | νερών οι κωπηλάτες.
Σελίδα 17
Αυτή είναι η ειδωλολατρία | στα πέτρινα μαγνήτης
παγκόσμια φέρνει ταραχή | μαγεύεται ο πλανήτης,
παγίδες διάσπαρτες στη Γή | καλούν την οικουμένη
πόρνες Σειρήνες τραγουδούν | ψαλμούς λαμπρά ντυμένοι.
Η πλάνη θέριεψε αρκετά | με λάμψη φεγγοβόλα
τραβάει πλανόδιους χορευτές | τη βλάχα πρώτη απο όλα,
και προχωρούν κοντά κοντά | σε δρόμους κατηφόρας
κοιτάζει η μιά της αλληνής | τα στήθη της Πανδώρας.
Και όταν κάποια αποστατεί | αμέσως κλώνο βγάζει
μαλλιά τα βάφει παρδαλά | και τη φωνήν αλλάζει,
που ξέφυγε τη λασπουριά | σαν σπάσανε κολάρα
για δείτε μου την ομορφιά | με τα σχοινιά η κατάρα.
Ειδωλολάτρες του Κριού | βιαστές και κλέφτες όλοι
που κτίζουνε με πλαστικά | τις εκκλησιές στην πόλη,
ζητιάνους και φτωχούς μισούν | τους βρώμικους πολίτες
που δεν αξιώθηκαν κι αυτοί | να φτιάξουνε προβλήτες.
Σελίδα 18
Περήφανα τα δείχνουνε | ζωνάρια τεντωμένα
το πάχος τους στριμώξανε | σε ρούχα φημισμένα,
στις τράπεζες καθήμενοι | μετράνε τους παράδες
θυσιάζουν γυναικόπαιδα | και κλαίνε οι μανάδες.
Τα σπίτια τους παστώνουνε | με χέλια μαραμένα
διπλά, τριπλά και πολλαπλά | μπουκάλια αλατισμένα,
τα τζάκια τα καπνίσανε | τσουκάλες τσακισμένες
στα φάρμακα έτσι διατηρούν | τις μούμιες παγωμένες.
Οι πωλητές γιγάντωσαν | στα δίτροχα τα αμάξια
και γυρολόγοι κάλπικοι | φορέσανε μετάξια,
με καπετάνιους οδηγούς | γεμίσαμε πιθάρια
τα πτώματα βρωμήσανε | κρυμμένα μές στα αμπάρια.
Στεγνές οι λέξεις πέσανε | και πήρανε τα γένια
εξάντλησαν τα χώματα | μαράθηκε η γαρδένια,
χιτώνες τότες έσκισαν | απ`τα πολλά τα λόγια
γυμνώθηκαν τα σώματα | και σύρονται υπόγεια.
Σελίδα 19