ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ

Μάρτιος 31, 2009 - 6:32 μμ No Comments

ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ

Σελίδα 1η

___Οάννες βγήκε στη στεριά | με μυρουδιά ψαρίλα

καράβια γέμισαν παντού | κατάρτια τους μαυρίλα,

οι παραλίες ξαμμούδιασαν | το χώμα πάει στα σπίτια

κι` ο κόσμος μας παραμιλάει | κοκόρια με σιρίτια.

___Άνθρωπος ψάρι στο νερό | ολόλαμπρος στολίδια

μετά στη γη περπάτησε | φαρμακωμένα φίδια,

της θάλασσας τα σίδερα | κακά θεριά ξεβράζουν

αλμύρα τώρα σκόρπισε | τα μάτια τα ταράζουν.

___Ανάσα Αβύσσου καυτερή | απ` τα νερά τα κάτω

ανέβηκαν απανωτές | βρωμιές από τον πάτο,

καμώματα πολύ τρελά | ξεθάψαν ταξιδιώτες

τα χρώματα μαυρίσανε | σαν τόξευσαν στρατιώτες.

___Τα λέπια μπήκαν για καλά | στης ζωής το μέγα δράμα

και είδωλα λατρέψανε | σφραγίδες σε ένα γράμμα,

τότες οι πάντες χάζεψαν | μελάνια στα ματάκια

κι οι κότες μπρος στα πίτουρα | μαγνήτες σε χαρτάκια.

Σελίδα 2


___Εδόθη θρόνος Βαβυλών | βασίλεια να αραδιάσει

στα πλούτη και στα χρήματα | δολώματα να πιάσει,

μπροστά στον Βάαλ γονάτισαν | την ύλη να υμνήσουν

καιρός τους ήρθε ξαπλωτά | τον Βήλ να προσκυνήσουν.


___Μεγάλωσαν πολλά βουνά| οροσειρές φονιάδων

χιονόσκεπες βουνοκορφές | παλάτια βασιλιάδων,

χρυσοντημένοι οι άρχοντες | και πρίγκιπες μ’ασήμι

τα χάλκινα τα ομοιώματα | που ξεπερνούν σε φήμη.


___Τα ξύλινα σκευάσματα | τα χέρια δέν κουράζουν

περίχρυσα και επάργυρα | παλιά, τα χρόνια αλλάζουν,

τα χάλκινα στο πέρασμα | καιρό καινούργιο φέρνουν

στο Νου οι σκέψεις τριγυρνούν | ανάποδα τα παίρνουν.


___Τα γίδια παίζουν χαρωπά | κι ο τράγος τα κοιτάζει

εκείνα τρέχουν στο γκρεμό | αυτός αυτά προστάζει,

οι μέρμηγκες εργάζονται | τους βράχους να γεμίζουν

κενό κανένα πουθενά | πυκνά βαρίδια κτίζουν.

Σελίδα 3

___Σε λάθος δρόμο βρέθηκαν | τα κάτω πάνω σμίγουν

ασήκωτα πυκνώματα | φτερούγες τα ξανοίγουν,

το Λάμβδα ( Λ ) ρίξανε βαθιά | κι υψώσανε το Βήτα ( Β)

η πέτρα απόκτησε φτερά | το πνεύμα ψάξε ζήτα.


___Οι πονηροί πλουτήσανε | και κρύψανε το μέλι

τρανές φωτιές ανάψανε | ληστές τρυγούν τ`αμπέλι,

θεριέψανε τα βλέμματα | διαρρήκτες και οι κλέφτες

ο πόλεμος ξαπλώθηκε | ειδωλολάτρες ψεύτες.


___Τις εξουσίες αρπάξανε | τον πλούτο και το χρήμα

αγρούς και εδάφη οργώνουνε | φυτεύματα στο μνήμα,

σαν πράττουν αδικήματα | φουσκώνουν τα καλάθια

του ξύλου πρωτομάστορες | σκληρά κλαδιά μ`αγκάθια.


___Στοιβάζουν τα μαζώματα | που θλίψεις κουβαλάνε

μικρά μεγάλα πράγματα | στα Μέγαρα τα πάνε,

γιατί θαρθεί το σκούριασμα | των μηχανών κατάρα

χωμάτινα γεννήματα | σκουπίδια σε τελάρα.


Σελίδα 4

Γρανάζια κι αν λαδώνονται | οι μηχανές κολλάνε

και ρούχα χιλιοφόρετα | οι πυρκαγιές μασάνε,

γουρούνια στα λασπόνερα  | τ`απόβλητα πατάνε

ποσά μεγάλα χάνονται | νομίσματα πετάνε.


Οι Μούσες τρελαθήκανε | κι οι αργαλειοί βροντάνε

φαντάσματα πολιτισμού | επάνω περπατάνε,

έθνη φυλές φιλονικούν | στα σύνορα οργιάζουν

ατέλειωτα τα πρόσφορα | λιβάνια δέν τα αγιάζουν.


Άφωνοι θεοί ερωτικοί | νεκρά κορμιά λιωμένα

της τέχνης δημιουργήματα | ψωμιά καρβουνιασμένα,

ο κόσμος πνοή τους έδωσε | χωρίς ψυχή τη ζώσα

κοιτούν αυτούς θεόρατους | κι ακούν της γης τη γλώσσα.


Χορεύουν τα λυκόπουλα | στις μάχες νικηφόρα

ποτάμια μ`αίμα βάφουνε | του Χάρου ήρθε η ώρα,

ελεύθερα το θάνατο | σκορπίζουν νύχτα μέρα

θεριά χλωμά πρωτοφανή | τρομάζουν τον αγέρα.

Σελίδα 5

Τη φύση παρατήσαμε | στις αγορές να πάμε

στους δρόμους τις τζαμόπορτες | βιτρίνες πώς κοιτάμε,

εμπόριο τέφρας κόκκινης | τα μαγαζιά πουλάνε

πληθώρα διάσημων υλών | φωτάκια που χαλάνε.


Επτά περάσαν βασιλείς | κι οι επτά γονατισμένα

ονόματα πολύ γνωστά | σε βίβλους διαβασμένα,

παλιοί και νέοι κατάφορτοι | με ρούχα σκονισμένα

επτά στους ώμους τους βουνά | φωνάζουν πυρωμένα.


Πανέμορφα τα οράματα | σ`επτά καιρούς αγάντα

στη γη φαρμάκι χύσανε | διαλύσανε τα πάντα,

κανένα απ`τα ολόλευκα | και ναί τα ιερά και τίμια

πετρώματα  τα λαμπερά | χωμένα στην ασχήμια.


Σκοτάδια χειροπιαστά | το πυρ διαβόλου ανάβουν

τα δάση κατακάψανε | δαιμόνια νά  ξεθάβουν,

την άγια φλόγα σβήσανε | απ`το ντουνιάν εχάθη

και σε άλλα κάρβουνα ζητούν | φυλλώματα με αγκάθι.


Σελίδα 6

Τους έξη ο τάφος σκέπασε | μαζί με τα ραβδιά τους

των εποχών μπαζώματα | μαρτύρια στα παιδιά τους,

του εβδόμου η λάμψη σβήνεται | στερνές στιγμές του μένουν

ο θάνατος του βάρβαρος | κι οι αμαρτωλοί πεθαίνουν.


Οικία του Θεού κατέκτησαν | στον ουρανό βαδίζουν

στο πλήθος των εμπόρων τους | φθαρήκανε όσα χτίζουν,

στης θάλασσας το βάθεμα  | μονίμως κατοικούνε

καυτή καρδιά την έχουνε | σ`αυτά που δεν ακούνε.


Αμαρτωλά τα ομοιώματα | με στέφανα πορφύρας

αιματηρό αποσφράγισμα | στενότητα της μοίρας,

της αδικίας ο εμπλουτισμός | του κάλλους σου η θαμπάδα

πυρά τα βέβηλα τα καίει | στην αιώνια τη λαμπάδα.


Διεφθάρη η επιστήμη τους | σε απώλεια πηγαίνει

σπονδήν οδύνης άνομη | ολόνυχτα διαβαίνει,

των βίβλων οι πρεσβύτεροι | της τέχνης μας τα λόγια

πυξίδες στρέψανεν επί | δυσμάς δυσμών υπόγεια.


Σελίδα 7

Σοφοί που δίπλα σου ήσανε | τα κάρβουνα ξανάβουν

περίβολα τεχνούργησαν | νεκρούς κορμούς να θάβουν,

τη βούληση σου ζέσταιναν | πολέμησαν για σένα

στον αιώνα δέν θαρθούν ξανά | παράσιτα δεμένα.


Η δύναμη σας φύλακες | στα πέτρινα τα τείχη

σε πύργους όπλο στήσανε | τη θέρμανση να ψύχει,

τους γύρων  όρμους φράξανε | φαρέτρες παλληκάρια

το κάλλος σου τελειώσανε | κοπτήρες και λιθάρια.


Ελλήνων σκεύη σου έδωσαν | αναψυχής ποτήρια

χαλκά τα χρόνια γίνανε | με τούτα τα μαρτύρια,

τα γράμματα σαν διάβασαν | παλιού καιρού τα φώτα

ανέβασαν ακούσματα | τα ψέματα τα πρώτα.


Ελληνικά τα είδωλα | κι από γραφές βγαλμένα

σχολές ψευτιάς τα δίδαξαν | σε χρόνια δοξασμένα,

θαμμένα πίσω μυστικά | χαμένα διαλυμένα

και σκάψανε τα χώματα | να βγάλουν πεθαμένα.


Σελίδα 8

Οι πρώτοι δάσκαλοι τυφλοί | και νά συμπαραστάτες

εκείνοι πήγανε στραβά | κι η σύμπασα προστάτες,

που δείξανε είδωλα πνευστά | ραβδί τους το εμπόριο

επάνω τους ακούμπησαν | να σπάσουνε το μόριο.


Τα χρόνια φύγανε γοργά | κι αλλάξανε τις μέρες

οι δάσκαλοι χαθήκανε | καινούργιοι νάτοι αστέρες,

ο βασιλιάς απέθανε | μακριά σε ξένα μέρη

ο τράγος γέννησε παιδιά | η Ελλάδα δέν τα ξέρει.


Εμείναμε μικροί  εδώ | μας κλέψανε το βάρος

φτωχοί και Χριστιανοί σωστοί | πιασμένοι σ`άλλο κάλλος,

ανασκαφές που φώτισαν | παλιά τραγίσια πόδια

ευτυχισμένοι βλέπουμε | κι απέξω από τα ρόδια.


Αρχαίες οι δόξες διέδωσαν | παράδοση   του μάγου

πως κάποτε είμαστε και εμείς | τα κέρατα του τράγου,

αυτά που τότε χάλασαν | τα φτιάξανε άλλοι τώρα

ξεφύγαμε τα χάλκινα | γκρεμούς στην ανηφόρα.


Σελίδα 9

Τράγος αιγών ιπτάμενος | απ`τις κορφές ερχόταν

και τα βουνά τα ασπριδερά | τα πρώτα καταγόταν,

παλιά λημέρια τα άφησε | στο βούρκο βυθισμένα

τα χιόνια τώρα λιώσανε | στα βράχια τα καμένα.


Αφού τα πάντα ρήμαξε | τα δάση και τα φρούτα

σε βάθος γής τα γκρέμισε | χρυσά αργυρά ήταν  τούτα,

ούτε ένα έμεινε απ`αυτά | σε ανάμνηση χαμένη

σαν όλοι τους κοιμήθηκαν | σφιχτά αγκαλιασμένοι.


Ο τράγος πρώτος ξύπνησε | κι αλλού ευθύς ευρέθη

γυρνά να δεί στα κάρβουνα | μαγάρα τα μεγέθη,

στα πεδινά πλατώματα | τα πρόβατα βοσκούσαν

και κριός μπροστά τους πρόσεχε | μακριά του Βάαλ κοιτούσαν.


Ο κριός σε θρόνο κάθεται | ραβδί πυρός κρατούσε

αστράφτει και βαριά βροντά | φωτιές στα αρνιά πετούσε,

χτυπά θαλάσσια τέρατα | παλιά και νέα αφανίζει

και τίποτα τα πρόβατα | αφήνει να τα αγγίζει.


Σελίδα 10

Αρνάκια άσπρα και παχιά | στα χόρτα ξαπλωμένα

στον ύπνο βλέπουν βότανα | χλωρά πρασινισμένα,

εφιάλτες έχουν φοβερούς | τα τρώγανε οι λύκοι

λευκά ντυμένα όνειρα | μαχαίρια σ` αποθήκη.


Μορφέας πετάει τα δράματα | σε πέτρινα κελάρια

υπόγεια κρύφια ρεύματα | λευτέρωσαν μανάρια,

εκείνα τώρα αμέριμνα | αρχίζουν τα παιχνίδια

ονείρεμα που το έσβησαν | ελιάς πολλά σανίδια.


Και βόσκανε τα πρόβατα | σε ξέφωτες πεδιάδες

μακριά απο τις θάλασσες, | βουνά, βροχές και δάδες,

καιρός μακριός τους έδωσε |υπομονής κουράγιο

Ηλιού παιδιά γυμνάζονται | με βάρκες στο καρνάγιο.


Και νά στα ξαφνικά ο κριός | τρελάθηκε στο μάτι

του κρύψανε τη βέργα του | και τρέχει αυτή φευγάτη,

η οργή του ξέσπασε στ`αρνιά | κατέστρεψε τις μάντρες

ερείπια και βελάσματα | διαλύσανε τις χάντρες.


Σελίδα 11

Πανούργα σχέδια σκέπτεται | τεχνάσματα ολέθρια

φροντίζει δόλιες μηχανές | τα κάνει όλα υπαίθρια,

σε πονηριές το τριγυρνά | πολύ στο αντριλίκι,

τις πόλεις όταν λεηλατεί | οργώνει και χαλίκι.


Το πράσινο χαλάσανε | ξερόχορτα μονάχα

της ρόδας γύρισε η φορά | ξεφώνηζεν η βλάχα,

πως πήρανε  το γαλατά | κι ο κάμπος ερημώνει

τσοπάνοι φεύγουν στα βουνά | ο πόλεμος ζυγώνει.


Αντάρα και ξεσηκωμός | τους πεδινούς σπαράζει

τα αρνιά κρυφτήκανε βουβά | η βλάχα πάλι κράζει,

όσοι τη μάντρα πήδηξαν | οι λύκοι θα τους φάνε

και μές στο δάσος δράκοντες | υγρό το πυρ φυλάνε.


Ο πανικός τους έπιασε | κι αφήσανε κρεβάτια

Βαρέθηκαν τα στρώματα | του ύπνου τα ραχάτια,

οι βάρβαροι στριμώξανε | τη γη και τη βαράνε

ξεφύτρωσαν οι κλεφτουριές | γιουρούσια τη χτυπάνε.


Σελίδα 12

Μαχαίρια σφάζουνε κορμιά | και τα κεφάλια τόξα

επιδρομές στρατηγικές | γυρεύουνε τη δόξα,

παλεύουν και συνωμοτούν | σχολειά να τα αφανίσουν

τα κάψανε τα γράμματα | σκοτάδια να βαδίσουν .


Ξημέρωσε για τα καλά | καινούργια μέρα ξένη

σαν πέρασαν πολύ καιρό | στα κτήματα σκυμμένοι,

πεθύμησαν τη ξενιτιά | να πάνε και να δούνε

στα μάτια πέσανε κρασιά | και θέλανε να πιούνε.


Εμέθυσαν τα κέραται υψώσανε παντιέρα

τα χέρια στο μέλι χώσανε | να τρώνε όλη μέρα,

τα αίματα ανάψανε | στις έριδες προτρέχουν

ζητούν να πάρουνε αυτοί | αυτά που δεν κατέχουν.


Μεγάλη δόξα δώσανε | σε αυτά που με αίμα παίρνουν

για τάχα δεν το βλέπουνε | ολέθρους ότι σπέρνουν,

για ασήμαντα και τα υλικά | πιαστήκανε στα χέρια

ολημερίς σκοτώνονται | με τα όπλα και μαχαίρια.


Σελίδα 13

Οι Μήδοι με την πονηριά | τα πήλινα δουλεύουν

και Πέρσες οι στρατιωτικοί | στο δρόμο τους φονεύουν,

οι βάρβαροι πλακώσανε | γυαλιά καρφιά τα κάνουν

τις πόλεις λαφυραγωγούν | στις  χώρες όλες  φτάνουν.


Τα χρόνια εκείνα τα παλιά | με τα δικά μας ίδια

τα είδωλα λατρέψανε | παντοτινά βαρίδια,

οι  εποχές  περάσανε | με αθάνατο το φίδι

τροφές καλές του δίνουνε | οι Πέρσες και οι Μήδοι.


Απέθαντα τα κέρατα | στον κριόν εκεί βραχώδη

τα τέσσερα παλιότερα | στου αγρότη μές στο πόδι,

και το ένα το μακρύτερο | χτυπάει δικά μας μέρη

τα γύρω μας τα ψεύτικα | φουρτούνες έχουν φέρει.


Η Περσεφόνη γέρασε | απ`το πολύ κυνήγι

τα κέρατα δέν μπόρεσε | για πάντα να αποφύγει,

που φτάσανε στα έσχατα | τα πλήθη να κερνάνε

κι αν είναι δυνατόν ο Βάαλ | κι ο Βήλ να κυβερνάνε.


Σελίδα 14

Η Περσεφόνη αγέραστη | τους βλέπει τους φονιάδες

και περιμένει στη γωνιά | κουράδες και λεφτάδες,

βαστάζει μέτρο κερατιών | τα πέτρινα διαβάζει

τα ατσάλινα τα λείψανα | καμίνι τα αποστάζει.


Και μέτρον όχι για παλιούς | τους πρίν κλεφτοκοτάδες

αλλά χλυδάτους στρατηγούς | που θάβουν οι παπάδες,

αφού τα εδώ τα πότισαν | νερά της Βαβυλώνας

χαλκό χρυσάφι το έφερε | χιονιάρικος χειμώνας.


Χρηματιστές και προύχοντες | στα σύννεφα καβάλα

θυσίες προσφέρουν στους βωμούς | διαδήματα μεγάλα,

οι μαθητές ακολουθούν |τη βλάχα τη δασκάλα

μήπως και χάσουν προπαντός | μαθήματα στη γυάλα.


Νυχτώσανε τα έργα μας | τους έφυγε η λαμπράδα

τα θλιβερά χτυπήματα | μαυρίζουν την ασπράδα,

κυνήγησαν τα χρήματα | στο τρέξιμο βογκάνε

πετάξανε τα χρήσιμα | στα είδωλα ξεσπάνε.


Σελίδα 15

Τη λόξα μας γιορτάζουμε | μαζί με κτηνοτρόφο

μεθύσαμε για τα καλά | πεθάναμε στον ψόφο,

και τα σκυλιά στις αγορές | τα ρούχα μας φυλάνε

γεωργοί περάσανε γυμνοί | σε αγκάθια περπατάνε.


Σαν βρέχει τρέλα στα βουνά | στον κάμπο πέφτει τρόμος

κορφές κουνιούνται στα ζερβά | και νά στα βράχια ο δρόμος,

ποζάρουν τα αρχοντόπουλα | που παίζουνε τις μπάλες

στον ξαφνικό το χαλασμό | παγώνουν οι μασχάλες.


Ξαφνιάστηκαν οι δυνατοί | απ`τις αρρώστιες πάνε

τρομάζουν όταν σκέπτονται | οι λάκκοι θα τους φάνε,

πιαστήκανε στη φάκα τους | τα φράγκα τους μετρώντας

μαζί τους δούλοι θάβονται | τα αργύρια τους ζητώντας.


Πουλάνε κι αγοράζουνε | και φτιάχνουνε κανόνια

εργάτες κει στα κάτεργα | δουλεύουνε δαιμόνια,

θανάτου χέρια δίνουνε | την πρόσκαιρη τη χάρη

που γρήγορα τα αλλάζουνε | σε πίκρες φώς φανάρι.


Σελίδα 16

Οι νυχτερίδες πάντοτε | πετάνε στο κορμί τους

λιοντάρια στα κεφάλια ορμούν |να πάρουν το φαί τους,

οι γάτες σαν μυρίζονται | ψοφίμια αγορασμένα

νυχτιάτικα περιπολούν | παράθυρα σβησμένα.


Το πνεύμα δέν κατέχουνε | να κουνηθούνε μόνα

στους ώμους μεταφέρονται | κιβώτια στον στρατώνα,

σε εκθέσεις τα φωτίζουνε | κι ιερείς βραχνά λαλάνε

πως είναι αυτά μοναδικά | στο κάλλος ξεπερνάνε.


Τα χελιδόνια δεν ξεχνούν | ποτέ τα σπιτικά τους

τα μαύρα τα πετούμενα | κρατούν τσαμπιά δικά τους,

λημέρια έχουν άφθονα | αφέντες στα λιμάνια

στα γήινα κόλλησαν γερά | ιδιώτες στα ουράνια.


Και δυνατά σαν εφορμούν | επάνω απ`τα κεφάλια

φαγάνες στόματα ανοιχτά | που τρώνε με κουτάλια,

χελιδονάκια βάρβαρα | της Γής μας οι επιστάτες

κουνούπι δέν αφήνετε | νερών οι κωπηλάτες.


Σελίδα 17

Αυτή είναι η ειδωλολατρία | στα πέτρινα μαγνήτης

παγκόσμια φέρνει ταραχή | μαγεύεται ο πλανήτης,

παγίδες διάσπαρτες στη Γή | καλούν την οικουμένη

πόρνες Σειρήνες τραγουδούν | ψαλμούς λαμπρά ντυμένοι.


Η πλάνη θέριεψε αρκετά | με λάμψη φεγγοβόλα

τραβάει πλανόδιους χορευτές | τη βλάχα πρώτη απο όλα,

και προχωρούν κοντά κοντά | σε δρόμους κατηφόρας

κοιτάζει η μιά της αλληνής | τα στήθη της Πανδώρας.


Και  όταν κάποια  αποστατεί | αμέσως κλώνο βγάζει

μαλλιά τα βάφει  παρδαλά | και τη φωνήν αλλάζει,

που ξέφυγε τη λασπουριά | σαν  σπάσανε κολάρα

για δείτε μου την ομορφιά | με τα σχοινιά  η κατάρα.


Ειδωλολάτρες του Κριού | βιαστές και κλέφτες όλοι

που κτίζουνε με πλαστικά | τις εκκλησιές στην πόλη,

ζητιάνους και φτωχούς μισούν | τους βρώμικους πολίτες

που δεν αξιώθηκαν κι αυτοί | να φτιάξουνε προβλήτες.


Σελίδα 18

Περήφανα τα δείχνουνε | ζωνάρια τεντωμένα

το πάχος τους στριμώξανε | σε ρούχα φημισμένα,

στις τράπεζες καθήμενοι | μετράνε τους παράδες

θυσιάζουν γυναικόπαιδα | και κλαίνε οι μανάδες.


Τα σπίτια τους παστώνουνε | με χέλια μαραμένα

διπλά, τριπλά και πολλαπλά | μπουκάλια αλατισμένα,

τα τζάκια τα καπνίσανε | τσουκάλες τσακισμένες

στα φάρμακα έτσι διατηρούν | τις μούμιες παγωμένες.


Οι πωλητές γιγάντωσαν | στα δίτροχα τα αμάξια

και γυρολόγοι κάλπικοι | φορέσανε μετάξια,

με καπετάνιους οδηγούς | γεμίσαμε πιθάρια

τα πτώματα βρωμήσανε | κρυμμένα μές στα αμπάρια.


Στεγνές οι λέξεις πέσανε | και πήρανε τα γένια

εξάντλησαν  τα χώματα | μαράθηκε η γαρδένια,

χιτώνες τότες έσκισαν | απ`τα πολλά τα λόγια

γυμνώθηκαν τα σώματα | και σύρονται υπόγεια.

Σελίδα 19

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.